Το υπόστρωμα των ψυχικών ασθενειών

Η στροφή της ψυχιατρικής τον τελευταίο αιώνα προς τον εγκέφαλο, ως κύριο όργανο που δυσλειτουργεί και προκαλεί αυτό που οι ψυχίατροι ονομάζουν “ψυχική ασθένεια”, την έχει καταστήσει ως ένα άρρηκτο κομμάτι της ιατρικής επιστήμης. Μέσα από τη βιολογικοποίησή της, που ξεκίνησε στις αρχές του 1950 (και πιο συγκεκριμένα, το 1952 με την πώληση του Thorazine, του πρώτου αντιψυχωσικού φαρμάκου), όλοι οι ειδικοί του τομέα άρχισαν να στρέφουν την προσοχή τους στις λανθάνουσες λειτουργίες του οργανισμού που μπορούν να οδηγήσουν στην εκδήλωση μιας ψυχικής αρρώστιας. Είναι όμως έτσι τα πράγματα;

Ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός πως, παρά το επιτυχημένο και κερδοφόρο μάρκετινγκ των ψυχοτρόπων ουσιών, το αποτέλεσμα είναι αμφίβολο: θεραπεύεται τελικά ο ασθενής; Η απάντηση είναι “εξαρτάται”. Ενώ η ψυχική ασθένεια αντιμετωπίστηκε σε επιστημονικό επίπεδο με τον τρόπο που αντιμετωπίζεται ανά τους αιώνες μία οποιαδήποτε άλλη βιολογική ασθένεια (πχ. μία φλεγμονή, μία λοίμωξη,μία ίωση κτλ), η αναποτελεσματικότητα των φαρμάκων συνεχίζει να εγείρει ερωτήματα.

  • Γιατί τα φάρμακα δεν δίνουν οριστική λύση;

Επειδή δεν μπορούν. Και ο λόγος είναι προφανής: η επιστημονική κοινότητα, υπό την αίγλη του όρου “επιστήμη” και της ακατάσχετης επιθυμίας να εντάξει την ψυχιατρική ως μέλος της ευρύτερης οικογένειας της ιατρικής, έχει στρέψει σε εσφαλμένο σημείο τη ματιά της. Για να μιλήσει κανείς και να ασχοληθεί σε βάθος με την ψυχιατρική ώστε να καταφέρει να παράγει ένα ορθό αποτέλεσμα (κυρίως βοηθώντας ουσιαστικά τον άνθρωπο που βασανίζεται και υποφέρει), θα πρέπει να ασχοληθεί πρωτίστως με το υπόστρωμα της ψυχικής ασθένειας σε αντιπαράθεση με αυτό που θέλουμε να ορίζουμε ως ψυχική υγεία.

  • Γιατί να μας ενδιαφέρει το υπόστρωμα της ψυχικής ασθένειας;

Διότι στο σημείο αυτό διαφαίνονται τα κίνητρα του θεράποντος ιατρού αλλά η σκοπιά υπό την οποία αντιμετωπίζει τον ασθενή. Το πρώτο ζήτημα που τίθεται, και πολλοί έχουμε παρατηρήσει συχνά στην καθημερινότητά μας, είναι το δίπολο μεταξύ διαφορετικότητας και ψυχικής ασθένειας. Ποια είναι τα όρια του ενός και η αρχή του άλλου; Υπάρχει, και αν ναι, ποια είναι η διαφορά μεταξύ των δύο; Με δυσκολία τίθεται μία διαχωριστική γραμμή, η οποία ποικίλλει ανάλογα με το πολιτιστικό πλαίσιο και την ευρύτερη κουλτούρα μιας περιοχής. Πέραν όμως του ηθικού αυτού διλήμματος περί οριοθέτησης και ορισμού της ψυχικής ασθένειας, παίρνοντας ως δεδομένο ότι υπάρχει, το υπόστρωμα έχει να κάνει με την ερευνητική σκοπιά του ειδικού: θα αντιμετωπίσει την ψυχική πάθηση ως δυσλειτουργία του οργανισμού ή ως απότοκο κοινωνικών παραγόντων;

Στην πρώτη περίπτωση, αν αντιμετωπίσει κανείς τη ψυχική πάθηση με τον ίδιο τρόπο που θα αντιμετώπιζε τη λοίμωξη του αναπνευστικού για παράδειγμα, θα προβεί μετά από σχετική εξέταση σε μία σύντομη διάγνωση και στη συνέχεια στη συνταγογράφηση των κατάλληλων φαρμάκων για να θεραπεύουν την ασθένεια. Ο ρόλος του ψυχιάτρου δεν διαφέρει από το ρόλο ενός οποιουδήποτε γιατρού. Η ψυχική ασθένεια αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζεται και ένα μικρόβιο, ένας παθογόνος μικροοργανισμός. Είναι κάτι κακό, κάτι παθολογικό (ένα γονίδιο, μία φλεγμονή στον εγκέφαλο κτλ) που υπάρχει μέσα στο ανθρώπινο σώμα.

Από την άλλη πλευρά, στη δεύτερη περίπτωση, η αντιμετώπιση της ψυχικής πάθησης τείνει να είναι ολιστική και δίνεται βάση στο ευρύτερο περιβάλλον του ανθρώπου. Το κοινωνικό πλαίσιο που περιβάλλει το άτομο, η οικογένεια (το πόσο εύρυθμες ή δυσλειτουργικές ήταν οι καταστάσεις μέσα σε αυτή), οι φίλοι, το σχολείο, τα βιώματα, τα παιδικά χρόνια κτλ. είναι οι παράγοντες που εξετάζονται αναλυτικά και διεξοδικά για να δοθεί η αιτία που προκάλεσε την αλλόκοτη συμπεριφορά ή τη δυστυχία που εκδηλώθηκε με ψυχιατρικό τρόπο σε ένα άτομο. Όταν βρεθεί η αιτία, τότε το άτομο είναι σε θέση να επαναδιαπραγματευτεί ορισμένα δεδομένα της ζωής του και έχει τη δυνατότητα να δομήσει ένα αύριο μέσα στο οποίο θα είναι πιο ευτυχισμένο και δημιουργικό.

Οι διαφορές μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης περίπτωσης που εντοπίζονται, είναι οι ακόλουθες:

α) στην πρώτη περίπτωση στοχοποιείται το άτομο το οποίο “φέρει” στο σώμα του το “κακό” όντας προσβεβλημένο από μία ψυχική αρρώστια ενώ στη δεύτερη φαίνεται να είναι παθολογικό όχι το σώμα και ο νους του ατόμου, αλλά το περιβάλλον μέσα στο οποίο ο άνθρωπος αυτός αναπτύσσεται και μεγαλώνει, επομένως, η ασθένεια είναι κάτι έξω από αυτό και το άτομο, με την αλλόκοτη συμπεριφορά που δείχνει (στα μάτια μας) ουσιαστικά αντιδρά σε έναν κόσμο που του γκρεμίζει την προσωπική του ταυτότητα.

β) στην πρώτη περίπτωση ο άνθρωπος γίνεται το αντικείμενο μιας επιστήμης που έχει σκοπό να θεραπεύσει βίαια και να κατακερματίσει την προσωπικότητά του ενώ στη δεύτερη περίπτωση ο άνθρωπος είναι το υποκείμενο, είναι ο πρωταγωνιστής ενός ταξιδιού αναζήτησης του εαυτού του και επαναδιαπραγμάτευσης των τραυματικών του εμπειριών με σκοπό την ψυχική του ενδυνάμωση και την αποκόμιση μιας ευκαιρίας να τα καταφέρει καλύτερα από το σημείο αυτό και έπειτα.

γ) στην πρώτη περίπτωση η “θεραπεία” είναι η φαρμακευτική αγωγή ενώ στη δεύτερη είναι η ανθρωπιστική προσέγγιση, η ενασχόληση με τον ίδιο τον άνθρωπο και η βασική παροχή φροντίδας και υποστήριξης.

δ) η πρώτη περίπτωση, αν και μέσω της βιολογικοποιημένης ψυχιατρικής υποστηρίζει ένα καθαρά ιατρικό μοτίβο, στην πραγματικότητα ενέχει μόνο θεωρίες οι οποίες δεν έχουν αποδειχθεί όμως παρόλα αυτά τα φάρμακα συνταγογραφούνται κανονικά ενώ η δεύτερη περίπτωση, απαλλαγμένη από ανούσιες ταμπέλες περί “επιστημονικής μεθόδου” επιδιώκει να βρει την αιτία που προκάλεσε τη διαταραχή σε όλο της το φάσμα.

Καταλαβαίνει κανείς εύκολα, επομένως, πως βάσει της οπτικής και της θεωρίας περί υποστρώματος της ψυχικής πάθησης διαφοροποιείται και η αντιμετώπιση που λαμβάνει ένας ασθενής. Στην πρώτη περίπτωση μάλιστα, θα θεωρηθεί ασθενής με την πολύ στενή και αυστηρή έννοια του όρου ενώ στη δεύτερη θα θεωρηθεί πάνω απ’ όλα άνθρωπος που έχει ανάγκη μια δομή και υπηρεσία υποστήριξης.

Μέσα στο πλαίσιο αυτό, αφορμώμενη από τους άνωθεν προβληματισμούς και αντιδρώντας απέναντι στις καταχρήσεις που κατά καιρούς σημειώνονται στην “ψυχιατρική επιστήμη”, γεννήθηκε η αντιψυχιατρική. Μέχρι και σήμερα είναι τεράστια η κριτική που της ασκείται, τόσο για τη μεθοδολογία της όσο και για την ιδεολογία της. Δεν θα πρέπει να ξεχνά κανείς όμως ότι η αντιψυχιατρική δεν γεννήθηκε ούτε από ακτιβιστές, ούτε από θύματα της ψυχιατρικής, αλλά από τους ίδιους τους ψυχιάτρους. Αναδύθηκε και ευδοκίμησε μέσα στους κόλπους της ίδιας της ψυχιατρικής από ανθρώπους οι οποίοι, αν και ψυχίατροι οι ίδιοι (ενδεικτικά αναφέρονται τα ονόματα των πρωτοπόρων: T. Szasz, R. D. Laing, D. Cooper, E. Goffman, F. Basaglia κτλ) αρνήθηκαν να μετάσχουν σε ένα – πολλές φορές – ολοκληρωτικό επιστημονικό καθεστώς που δεν σεβόταν πρώτα απ’ όλα τον άνθρωπο, τις αξίες του και τις ελευθερίες του.

Πηγές:

(1) , (2) , (3) , (4) , (5) , (6)

(7) Β. Steinbock, The Oxford Handbook of Bioethics, New York: Oxford University Press, 2009, σελ. 90-112

(8) Ρ. Λαινγκ, Η Φωνή της Εμπειρίας, Αθήνα: Ελεύθερος Τύπος, 1984, σελ. 7, 12, 13, 17-22, 28, 34

(9) Ρ. Λαινγκ, Ο Διχασμένος Εαυτός, Αθήνα: Καστανιώτης, 1975, σελ. 22, 29-30

(10) Τ.  Η.  Szasz , R.  D.  Laing , Δύο δοκίμια για την ψυχιατρική καταπίεση ,  Αθήνα : Ελεύθερος Τύπος ,  1980 ,  σελ. 40-42, 44, 46-47, 49, 54

(11) Ντ. Κούπερ, Ψυχιατρική και Αντιψυχιατρική, Αθήνα: Ράππα, 1974

(12) Β. Λέκκα, Ιστορία και Θεωρία της Ψυχιατρικής. Από τον Ιπποκράτη μέχρι το κίνημα της Αντιψυχιατρικής και τον Michel Foucault, Αθήνα: Futura, 2012, σελ. 187 – 189

Πείτε μας την άποψή σας

Κάντε ένα σχόλιο

Αναζήτηση
Login/Register access is temporary disabled